Home > Term: floriage
floriage
Bloom; blossom.
- Μέρος του λόγου: noun
- Κλάδος/Τομέας: Γλώσσα
- Category: Dictionaries
- Company: MICRA Inc.
0
Δημιουργός
- spencer12
- 100% positive feedback
(Germany)
Bloom; blossom.
(Germany)